Το ηλεκτρομαγνητικό φάσμα περιλαμβάνει όλα τα είδη ακτινοβολίας, από τα ραδιοκύματα και το ορατό φως μέχρι τις ακτίνες Χ και γ. Κάθε περιοχή διαφέρει στο μήκος κύματος, τη συχνότητα και την ενέργεια, γι’ αυτό και έχει διαφορετικές εφαρμογές στην τεχνολογία και την ιατρική.
Το μήκος κύματος είναι η απόσταση ανάμεσα σε δύο διαδοχικές κορυφές ή «κυματάκια» και μας δείχνει πόσο «απλωμένο» είναι ένα κύμα στο χώρο. Μεγάλα μήκη κύματος σημαίνουν χαμηλή ενέργεια (π.χ. ραδιοκύματα), ενώ τα πολύ μικρά μήκη κύματος των ακτίνων Χ συνδέονται με υψηλή ενέργεια.
Η συχνότητα μετρά πόσες ταλαντώσεις ή κύκλοι κάνει ένα κύμα κάθε δευτερόλεπτο και εκφράζεται σε Hertz (Hz). Όσο μεγαλύτερη είναι η συχνότητα, τόσο περισσότερη ενέργεια μεταφέρει το κύμα – γι’ αυτό οι ακτίνες Χ, με πολύ υψηλή συχνότητα, είναι ικανές να ιονίζουν την ύλη.
Η ενέργεια ενός φωτονίου είναι ανάλογη της συχνότητάς του σύμφωνα με τη σχέση E = h·f. Τα φωτόνια των ακτίνων Χ έχουν πολύ μεγαλύτερη ενέργεια από το ορατό φως, κάτι που τους επιτρέπει να διαπερνούν την ύλη και να προκαλούν ιονισμό στους ιστούς.
Τα φωτόνια είναι τα «πακετάκια» ενέργειας του ηλεκτρομαγνητικού πεδίου και συμπεριφέρονται ταυτόχρονα σαν κύματα και σαν σωματίδια. Κάθε φωτόνιο μεταφέρει συγκεκριμένη ενέργεια και στις ακτίνες Χ αυτή η ενέργεια είναι αρκετή ώστε να αλληλεπιδρά δυναμικά με τα ηλεκτρόνια της ύλης.
Ιονίζουσα ονομάζεται η ακτινοβολία που έχει αρκετή ενέργεια ώστε να αποσπά ηλεκτρόνια από τα άτομα, δημιουργώντας ιόντα. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν οι ακτίνες Χ, οι ακτίνες γ και ορισμένα σωματίδια, και η επίδρασή τους στον οργανισμό εξαρτάται έντονα από τη δόση που απορροφάται.
Η μη ιονίζουσα ακτινοβολία, όπως τα ραδιοκύματα, τα μικροκύματα, το υπέρυθρο και το ορατό, δεν έχει αρκετή ενέργεια για να αποσπά ηλεκτρόνια από τα άτομα. Μπορεί όμως να προκαλέσει θέρμανση ή διεγέρσεις στα υλικά, γι’ αυτό και υπάρχουν όρια ασφάλειας για την ένταση και τη διάρκεια έκθεσης.
Η υπεριώδης ακτινοβολία βρίσκεται ανάμεσα στο ορατό και στις ακτίνες Χ και χωρίζεται σε UV-A, UV-B και UV-C. Τα πιο «σκληρά» τμήματα της UV μπορούν να προκαλέσουν βλάβες στο DNA και εγκαύματα, ενώ τα πιο ήπια χρησιμοποιούνται σε εφαρμογές όπως η απολύμανση και η παραγωγή βιταμίνης D.
Οι ακτίνες Χ είναι ιονίζουσα ακτινοβολία υψηλής ενέργειας με πολύ μικρό μήκος κύματος, ικανή να διαπερνά τους μαλακούς ιστούς αλλά να απορροφάται έντονα από τα οστά και τα πυκνά υλικά. Παράγονται συνήθως σε σωλήνα ακτίνων Χ, όταν γρήγορα ηλεκτρόνια φρενάρονται ή συγκρούονται με άτομα ανόδου.
Οι ακτίνες γάμμα είναι η πιο ενεργητική μορφή ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας και προέρχονται από μεταβολές στον πυρήνα ατόμων. Είναι ακόμη πιο διεισδυτικές από τις ακτίνες Χ, χρησιμοποιούνται σε ιατρικές και βιομηχανικές εφαρμογές, αλλά απαιτούν ισχυρή θωράκιση για την προστασία προσωπικού και ασθενών.
Η ραδιενεργός διάσπαση είναι η αυθόρμητη μετατροπή ενός ασταθούς πυρήνα σε πιο σταθερή μορφή, με εκπομπή σωματιδίων ή/και ακτινοβολίας. Η διαδικασία είναι στοχαστική σε επίπεδο μεμονωμένου πυρήνα, αλλά περιγράφεται στατιστικά για μεγάλους πληθυσμούς με έννοιες όπως η δραστηριότητα.
Ο χρόνος ημιζωής είναι το χρονικό διάστημα που χρειάζεται ώστε η ραδιενέργεια ή ο αριθμός των ασταθών πυρήνων ενός δείγματος να μειωθεί στο μισό. Είναι χαρακτηριστικό μέγεθος κάθε ραδιονουκλιδίου και μπορεί να κυμαίνεται από κλάσματα του δευτερολέπτου μέχρι δισεκατομμύρια χρόνια.
Η ιονίζουσα ακτινοβολία μπορεί να προκαλέσει βλάβες στο DNA και στα κύτταρα, οδηγώντας είτε σε άμεσες αντιδράσεις, όπως ερύθημα, είτε σε μακροχρόνιους κινδύνους, όπως ο καρκίνος. Διακρίνουμε στοχαστικές επιδράσεις, όπου αυξάνεται η πιθανότητα εμφάνισης βλάβης, και αποφασιστικές, που εμφανίζονται πάνω από ένα κατώφλι δόσης.
Η δοσιμετρία ασχολείται με τη μέτρηση και τον υπολογισμό της δόσης ακτινοβολίας που απορροφά ένας άνθρωπος ή ένα υλικό. Χρησιμοποιούνται μεγέθη όπως η απορροφούμενη δόση (Gy) και η ισοδύναμη/αποτελεσματική δόση (Sv), καθώς και δοσίμετρα και υπολογιστικά συστήματα για τον έλεγχο της ακτινοπροστασίας και τον σχεδιασμό θεραπειών.
Καθώς οι ακτίνες Χ διαδίδονται μέσα στην ύλη, μέρος της δέσμης απορροφάται ή σκεδάζεται και η έντασή της μειώνεται εκθετικά με το πάχος. Η εξασθένηση εξαρτάται από την ενέργεια της δέσμης και το υλικό, και οι διαφορές στην απορρόφηση μεταξύ ιστών είναι αυτές που δημιουργούν την αντίθεση στις ακτινογραφικές εικόνες.
Οι ακτίνες Χ παράγονται συνήθως σε σωλήνα ακτίνων Χ, όπου ηλεκτρόνια επιταχύνονται και προσκρούουν στην άνοδο. Έτσι δημιουργείται συνεχές φάσμα Bremmstrahlung και χαρακτηριστική ακτινοβολία, ενώ παράμετροι όπως η τάση (kVp), το ρεύμα (mA) και τα φίλτρα διαμορφώνουν την ποιότητα και την ένταση της δέσμης.
Η αρχή ALARA (As Low As Reasonably Achievable) υπαγορεύει ότι η δόση ακτινοβολίας πρέπει να είναι όσο το δυνατόν χαμηλότερη, αρκεί να επιτυγχάνεται ο ιατρικός στόχος. Αυτό επιτυγχάνεται με μείωση του χρόνου έκθεσης, αύξηση της απόστασης από την πηγή και χρήση κατάλληλης θωράκισης και βελτιστοποιημένων πρωτοκόλλων.
Στην ιατρική απεικόνιση με ακτίνες Χ, όπως η απλή ακτινογραφία, η φλουοροσκόπηση και η αξονική τομογραφία (CT), εκμεταλλευόμαστε τις διαφορές στην απορρόφηση μεταξύ ιστών για να δημιουργήσουμε εικόνες του σώματος. Κύριο ζητούμενο είναι η ισορροπία ανάμεσα στην ποιότητα εικόνας και την ελάχιστη δυνατή δόση στον ασθενή.
Η θωράκιση χρησιμοποιεί υλικά όπως ο μόλυβδος και το σκυρόδεμα για να μειώσει την ένταση της ακτινοβολίας πριν φτάσει σε προσωπικό ή τρίτους. Ο σχεδιασμός προστατευτικών τοιχωμάτων, ποδιών και θαλάμων βασίζεται σε μεγέθη όπως το HVL/TVL, την ενέργεια της δέσμης και τον αναμενόμενο φόρτο εργασίας.
Η ακτινοθεραπεία αξιοποιεί υψηλές δόσεις ιονίζουσας ακτινοβολίας για να καταστρέψει τα καρκινικά κύτταρα ή να εμποδίσει τον πολλαπλασιασμό τους. Ο σχεδιασμός της θεραπείας περιλαμβάνει τον καθορισμό στόχου, την κατανομή της δόσης σε συνεδρίες (fractionation) και τη μέγιστη προστασία των γύρω υγιών οργάνων.